Συνέντευξη του μήνα – Keith Taylor

Πείτε μας λίγα λόγια για εσάς. Πώς και πότε ξεκίνησε η σχέση σας με την ποίηση και τη λογοτεχνία; Ποιο είναι το κύριο επάγγελμά σας σήμερα;

Η ποίηση με κέρδισε όταν ήμουν μικρός, ίσως στα 11 ή τα 12. Νομίζω ότι ήταν για μένα μια εναλλακτική σε σχέση με το πολύ συντηρητικό θρησκευτικό περιβάλλον όπου μεγάλωσα. Φυσικά, όταν λίγο αργότερα άρχισα να διαβάζω σοβαρά, ανοίχτηκε μπροστά μου ο κόσμος της τέχνης και ξεκίνησα να τον εξερευνώ. Έφυγα από τη Βόρεια Αμερική όταν ήμουν μόλις 19 χρονών, και έζησα για μερικά χρόνια στη Γαλλία, δουλεύοντας «μαύρα» στην προσπάθειά μου να επιβιώσω, ενώ ταυτόχρονα μάθαινα τη γλώσσα και διάβαζα ότι έπεφτε στα χέρια μου, τόσο στα γαλλικά όσο και στα αγγλικά. Έγραφα συνεχώς, και μάλιστα ξεκίνησα να δημοσιεύω κάποια γραπτά μου σε μικρά, άγνωστα λογοτεχνικά περιοδικά.

Σήμερα διδάσκω στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου συντονίζω το προπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής και εργάζομαι ως συντάκτης του Michigan Quarterly Review. Επιπλέον, είμαι ο διευθυντής της καλοκαιρινής διάσκεψης συγγραφέων του Πανεπιστημίου, της Bear River Writers’ Conference.

 

Πώς ξεκινήσατε να μαθαίνετε ελληνικά και τι βρίσκετε πιο ενδιαφέρον σε αυτή τη γλώσσα;

Ο πατέρας μου είχε πτυχίο στην ελληνική γλώσσα. Ήταν ιερέας και διάκονος στον Δυτικό Καναδά και ήθελε να διαβάσει την Καινή Διαθήκη στο πρωτότυπο. Στο σπίτι μας είχαμε τη Βίβλο στα ελληνικά, ελληνικά λεξικά και γραμματικές. Φυσικά, ως «επαναστάτης» που ήμουν δεν έμαθα ελληνικά από εκείνον, κάτι που έχω ήδη μετανιώσει.

Ωστόσο, στην εφηβεία μου –πρέπει να ήμουν γύρω στα 15 ή 16- κάποιος μου σύστησε το βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», και ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν σε εκείνη τη φάση της ζωής μου. Ο,τιδήποτε ελληνικό μου φαινόταν εξωτικό και προσπάθησα να γίνω κι εγώ Έλληνας (κυρίως πίνοντας χυμό από σταφύλια και τρώγοντας φιστίκια). Διάβασα όλα τα έργα του Καζαντζάκη. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, αφού έμαθα γαλλικά, διάβασα τις εξαιρετικές μεταφράσεις του Καβάφη από την Yourcenar. Οι μεταφράσεις της είναι όλες σε πεζό λόγο, και μοιάζουν περισσότερο με πολύ σύντομες ιστορίες ή με παραβολές. Εκείνη την περίοδο διάβαζα επίσης Μπόρχες για πρώτη φορά, και οι δύο συγγραφείς συνδυάστηκαν στο μυαλό μου. Αργότερα διάβασα πολύ Ρίτσο, πιο μετά Σεφέρη. Αλλά όλα σε μετάφραση.

Εκείνη την περίοδο, ένας καλός μου φίλος, ο William Reader, πήγαινε συνέχεια στην Ελλάδα και θα έκανε μαθήματα. Τον επισκέφτηκα με τη γυναίκα μου το 1983, και ήταν το πρώτο ταξίδι μας στην Ελλάδα. Ένας φίλος του Bill μου διάβασε μερικά ποιήματα του Καβάφη στα ελληνικά. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα στο πρωτότυπο, και κατάλαβα ότι έχανα πολλά από την ποίησή του. Σε κάποια στιγμή ο Bill με ρώτησε αν ήξερα το έργο του Καρυωτάκη. Δεν είχα ακούσει ποτέ για αυτόν, και μάλιστα πίστευα ότι γνώριζα αρκετά καλά τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία εκείνη την περίοδο. Αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω για άλλη μια φορά πόσα χάνει κανείς όταν διαβάζει μόνο μεταφράσεις.

Με τον Bill ξεκινήσαμε να μεταφράζουμε αυτά τα ποιήματα κι εγώ ξεκίνησα να μαθαίνω ελληνικά. Το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν είχε μόλις ξεκινήσει το πρόγραμμα των νέων ελληνικών του, και ρώτησα αν μπορούσα να παρακολουθήσω τα μαθήματα. Σπούδασα με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο και την Άρτεμη Λεοντή. Πέρασα από όλες τις τάξεις, αν και δεν τα πήγαινα πολύ καλά στα ανώτερα επίπεδα. Δεν είχα το χρόνο που χρειαζόταν. Παρόλα αυτά, έμαθα να διαχειρίζομαι τη γλώσσα κάπως καλύτερα.     Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της γλώσσας; Δεν θέλω να ακουστώ προβλέψιμος, αλλά για μένα είναι σίγουρα το βάρος της ιστορίας που κρύβει. Η ιστορία που συνοδεύει τις λέξεις, που μας συνδέει με τόσα πολλά πράγματα από το παρελθόν. Παρότι έχω μάθει μόνο νέα ελληνικά, μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες είναι να μελετώ ελληνικές επιγραφές και να προσπαθώ να καταλάβω ότι μπορώ, παρότι ξέρω ότι κάνω συνεχώς λάθη στην προφορά!

Κι ένα άλλο στοιχείο είναι η ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, που είναι τόσο πλούσια και πολυποίκιλη. Θα μπορούσα να περάσω μια ολόκληρη ζωή εξερευνώντας την.

 

Έχετε μεταφράσει ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη, ενός από τους πιο γνωστούς και αγαπημένους Έλληνες ποιητές. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε στη μετάφρασή σας; Σας βοήθησε η εμπειρία σας ως ποιητής να τις ξεπεράσετε;

Η μεγαλύτερη πρόκληση της ποίησης του Καρυωτάκη ήταν με διαφορά η προσπάθειά μας να μεταδώσουμε στα αγγλικά την τελειότητα της μορφής των ποιημάτων του. Όπως πολλοί πριν από εμάς, πιστεύω ότι αποτύχαμε. Νομίζω ότι αυτός είναι κι ο λόγος που ο Καρυωτάκης δεν είναι τόσο διάσημος στα αγγλικά: είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρει κανείς αυτή τη μουσική σε μια γλώσσα που δεν προσφέρει τόσο εύκολες ομοιοκαταληξίες. Πιστεύω ότι λίγες μόνο από τις μεταφράσεις μας καταφέρνουν έστω και λίγο να θυμίσουν το ρυθμό του. Αυτό ήταν και το πρόβλημα με τις περισσότερες μεταφράσεις, αν και η Rachel Hadas τα καταφέρνει καλύτερα από τους περισσότερους σε κάποιες από τις μεταφράσεις της.

Από επαγγελματικής άποψης, ο συνεργάτης μου στη μετάφραση, ο Bill Reader, είναι μελετητής της Καινής Διαθήκης. Πιστεύει σε μια πολύ αυστηρή μετάφραση του νοήματος, ενώ εγώ πάντα υποστήριζα ότι πρέπει να υπερβούμε λίγο το νόημα για να πιάσουμε κάτι από τη μουσική. Είχαμε διαφωνίες για αυτό το θέμα για σχεδόν 10 χρόνια. Είναι απίστευτο πώς επιβίωσε η φιλία μας.

Σε πολλές περιπτώσεις ένιωσα ότι η εμπειρία μου ως ποιητή με βοηθούσε να κατανοήσω ένα ποίημα πολύ πιο γρήγορα από τον Bill, παρότι τα ελληνικά του είναι σαφώς καλύτερα. Όσο περισσότερο χρόνο περνούσαμε με τον Καρυωτάκη, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι μπορούσα να κινούμαι μέσα στο μυαλό του, να φαντάζομαι αυτά που φανταζόταν, ακόμα και να προβλέπω πού το πήγαινε με κάποια από τα ποιήματα. Δεν ένιωσα ποτέ έτσι με κάποιον άλλον ποιητή. Ήταν υπέροχο συναίσθημα.

 

Έχετε δημοσιεύσει και ένα βιβλίο για τον Καβάφη, έναν άλλο μεγάλο Έλληνα ποιητή. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για την ποίησή του και πώς την ερμηνεύετε;

Ο Καβάφης έχει μεταφραστεί τόσο πολύ και είναι τόσο διάσημος, που δεν νομίζω ότι έχω πολλά να προσθέσω σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί. Στις εξαιρετικές καινούριες μεταφράσεις του Daniel Mendelsohn, ο μεταφραστής έχει μεταδώσει κάτι που νιώθω εδώ και δεκαετίες για αυτόν τον ποιητή. Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ των ιστορικών και των ερωτικών ποιημάτων του. Ο Καβάφης κάνει την ιστορία ερωτική! Όταν βυθιζόμαστε σε αυτά τα ποιήματα, μπαίνουμε σε μια βαθιά παθιασμένη φαντασία που θα μπορούσε πράγματι να διαπεράσει την φυλακή του χρόνου που μας περιορίζει συνήθως.

 

Από ποιους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς θα λέγατε ότι έχετε επηρεαστεί ή/και εμπνευστεί περισσότερο;

Εκτός από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, έχω ασχοληθεί αρκετά και με τον Ρίτσο. Θαυμάζω το πάθος του για την ιστορία και την αφοσίωσή του στους συμπατριώτες του. Φυσικά, λατρεύω τον Ελύτη-πώς να μην τον λατρέψει κανείς! Ακόμα κι αν γίνεται αναμενόμενος κάποιες φορές. Όταν ήμουν μικρός, το τεράστιο εύρος του Καζαντζάκη με έσωσε από ένα πολύ περιορισμένο περιβάλλον, παρότι με δυσκολία ξαναδιαβάζω τα βιβλία του σήμερα. Τελευταία έχω αρχίσει να διαβάζω επιτέλους την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και συχνά το έργο της με συνεπαίρνει. Επιβραδύνω για να την μελετήσω στο πρωτότυπο, και μετά χρησιμοποιώ κάποιες από τις πραγματικά άριστες μεταφράσεις των ποιημάτων της για να εμβαθύνω ακόμα περισσότερο. Αλλά φοβάμαι ότι δεν χρησιμοποιώ αρκετά τα ελληνικά μου και, καθώς ήμουν ήδη μεσήλικας όταν ξεκίνησα να τα μαθαίνω, τα ξεχνάω πολύ εύκολα.