Συνέντευξη του μήνα – Παναγιώτης Καράνταης
Συνέντευξη του μήνα – Παναγιώτης Καράνταης
(Μεταφραστής, γλωσσικός συντονιστής)
Please scroll down to read this interview in English.
Μίλησέ μας για σένα. Τι έχεις σπουδάσει και πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με την τοπικοποίηση;
Ως προπτυχιακός φοιτητής σπούδασα Γερμανική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου επέλεξα μια σειρά μαθημάτων μετάφρασης ως μαθήματα κατεύθυνσης. Παράλληλα, εργαζόμουν στην Πανελλήνια Ένωση Μεταφραστών (ΠΕΜ) ως γραμματέας, κάτι που με έφερνε καθημερινά σε τριβή με μεταφραστικά θέματα (τόσο σχετικά με μεταφρασεολογία, όσο και καθαρά επαγγελματικά θέματα που αντιμετωπίζουν οι μεταφραστές).
Μετά την αποφοίτησή μου, ασχολήθηκα ενεργά με τη μετάφραση ως εσωτερικός μεταφραστής σε μια μεταφραστική εταιρεία με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Αργότερα, ξεκίνησα να εργάζομαι ως εσωτερικός αναθεωρητής και διαχειριστής έργων σε ένα μεταφραστικό κέντρο. Έπειτα από ένα χρόνο, αποφάσισα να έρθω σε επαφή με την πιο τεχνική πλευρά των πραγμάτων, οπότε και ξεκίνησα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λίμερικ (UL) της Ιρλανδίας, όπου απέκτησα τον τίτλο “Master of Science in Global Computing and Localisation”. Ως απόφοιτος του UL και εγκατεστημένος στην Ιρλανδία -τη “Μέκκα” της τοπικοποίησης στην Ευρώπη, αν όχι παγκοσμίως- υπήρξαν σχεδόν άμεσα ευκαιρίες για ενασχόλησή με την τοπικοποίηση, τόσο σε παρόχους μεταφραστικών υπηρεσιών (vendor side), όσο και στα τμήματα τοπικοποίησης των διάφορων εταιρειών πληροφορικής που δραστηριοποιούνται εδώ (customer side).
Επί του παρόντος, εργάζομαι ως Γλωσσικός Συντονιστής στην Ariba, an SAP Company, όπου είμαι υπεύθυνος για την ποιότητα των γλωσσών στις οποίες τοπικοποιούμε τα προϊόντα μας.
Τελευταία ακούγεται αρκετά και το glocalisation στον κλάδο. Ποια η διαφορά του από το localisation;
Υπάρχουν πολλά “buzzwords” που χρησιμοποιούνται στον χώρο (όπως συμβαίνει και σε άλλους κλάδους), π. χ. internationalisation, regionalisation, transcreation, glocalisation κλπ. Στην ουσία, πρόκειται για παρόμοιες πρακτικές οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία τελικού περιεχομένου το οποίο είναι προσαρμόσιμο στις γλωσσικές, πολιτισμικές και επιχειρηματικές ανάγκες του τελικού χρήστη. Η δημιουργία του αρχικού περιεχομένου γίνεται, λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις αγορές στις οποίες θα διατεθεί, έτσι ώστε να μπορεί εύκολα να προσαρμοστεί στις ανάγκες της εκάστοτε αγοράς.
Για παράδειγμα, όταν μιλάμε για internationalisation (i18n), που είναι ο πιο ευρέως διαδεδομένος όρος, εννοούμε την τήρηση πρακτικών και τη χρήση στρατηγικών οι οποίες καθιστούν το περιεχόμενο που δημιουργείται εύκολα “τοπικοποιήσιμο”, είναι δηλαδή έτοιμο για τοπικοποίηση [localisation (l10n)]. Αυτό μπορεί να σημαίνει, για παράδειγμα, ότι ο κώδικας που έχει χρησιμοποιηθεί υποστηρίζει γλώσσες με γραφή από δεξιά προς αριστερά, υπάρχει χώρος για επέκταση των προτάσεων, υποστήριξη διαφορετικών ημερολογίων κλπ (τεχνικά θέματα), ή, πιο απλά, ότι δεν γίνεται χρήση περιεχομένου το οποίο είναι κατανοητό μόνο σε συγκεκριμένους πολιτισμούς. Οι βέλτιστες πρακτικές είναι πολλές και, όταν ακολουθούνται, κάνουν τη ζωή των μεταφραστών πολύ πιο εύκολη!
Ποια είναι τα βασικά εργαλεία και οι γνώσεις που απαιτούνται για το localisation και πόσο δύσκολη είναι η εξοικείωση μαζί τους κατά τη γνώμη σου;
Κάθε εταιρεία, τουλάχιστον κατά τη δική μου εμπειρία, χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία (είτε δημοφιλείς λύσεις τις οποίες συνήθως έχουν προσαρμόσει για δική τους χρήση, ή εργαλεία που έχουν αναπτύξει συγκεκριμένα ώστε να ταιριάζουν στις δικές τους ανάγκες και στο περιεχόμενό τους. Οπότε, το πιο βασικό είναι κανείς να έχει μια βασική κατανόηση του κύκλου ζωής της τοπικοποίησης, πού ξεκινάει δηλαδή το περιεχόμενο, από ποια στάδια περνάει και πού καταλήγει, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που του παρέχονται προς αυτόν τον σκοπό. Στις μεγάλες εταιρείες συνήθως χρησιμοποιούνται ολιστικά εργαλεία που διαχειρίζονται τόσο το περιεχόμενο (content management), όσο και τις μεταφράσεις (translation management), την ορολογία (terminology management), τη διασφάλιση της ποιότητας (QA management) κλπ.
Παράδειγμα τέτοιων εργαλείων είναι το Worldserver (SDL), το Globalsight (WeLocalize) κ. α. Τα εργαλεία αυτά μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, ωστόσο οι βασικές τους λειτουργίες είναι παρόμοιες, οπότε η εξοικείωση μαζί τους δεν είναι δύσκολη. Εξάλλου, οι περισσότερες εταιρείες οργανώνουν σεμινάρια επιμόρφωσης των μεταφραστών, ώστε να αποκτούν ευχέρεια χρήσης των εργαλείων αυτών. Συνήθως, η μη χρήση των εργαλείων που χρησιμοποιεί η εκάστοτε εταιρεία συνεπάγεται διακοπή της συνεργασίας, οπότε είναι σημαντικό ο μεταφραστής/αναθεωρητής να είναι εξοικειωμένος με τη χρήση τους.
Όσον αφορά την τοπικοποίηση γενικότερα, είναι σημαντικό οι μεταφραστές να έχουν πολύ βασικές γνώσεις προγραμματισμού, ώστε να αντιλαμβάνονται γιατί κάποια αλλαγή που κάνουν μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, να κατανοούν πώς να διαχειρίζονται τις μεταβλητές που μπορεί να εμφανίζονται στο περιεχόμενο, να ερμηνεύουν τυχόν πληροφορίες που μπορεί να τους παρέχονται σχετικά με το περιεχόμενο, να κατανοούν τις έννοιες της αποκοπής (truncation), της συνένωσης (concatenation) κλπ.
Ποια είναι η γνώμη σου για την “αυτόματη μετάφραση” και πώς πιστεύεις ότι θα επηρεάσει το μέλλον του μεταφραστικού κλάδου;
Η “αυτόματη μετάφραση” είναι, κατά τη γνώμη μου, ήδη παρούσα. Ωστόσο, προσωπικά, δεν τη βλέπω ως εχθρό του μεταφραστή, καθώς χρησιμοποιείται για πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο διαφορετικά είτε δεν θα μεταφραζόταν, είτε θα ήταν εξαιρετικά ανιαρό για έναν μεταφραστή. Η μετάβαση αυτού του περιεχομένου στην “αυτόματη μετάφραση” απελευθερώνει περισσότερους πόρους για ενασχόληση με πιο δημιουργικό περιεχόμενο, το οποίο απαιτεί τη μεταφραστική ευαισθησία που μόνο ένας μεταφραστής μπορεί να αποδώσει. Εξάλλου, τα εργαλεία αυτόματης μετάφρασης μπορούν διαρκώς να βελτιώνονται από τους μεταφραστές (ως αναθεωρητές) δίνοντας τους την ευχέρεια να παράγουν πολύ μεγαλύτερο μεταφραστικό όγκο -όπως άλλωστε γίνεται τις τελευταίες δεκαετίες με τα προγράμματα υποβοηθούμενης μετάφρασης.
Η χρήση αυτόματης μετάφρασης σε περιεχόμενο το οποίο δεν δημιουργήθηκε με αυτόν τον σκοπό, π. χ. δίχως τη χρήση ελεγχόμενης γλώσσας (controlled language), ή σε περιεχόμενο που χρειάζεται ανθρώπινη παρέμβαση, π.χ. περιεχόμενο μάρκετινγκ, είναι λανθασμένη πρακτική και αποφεύγεται από τις περισσότερες εταιρείες.
