Συνέντευξη του μήνα – Γιάννης Καλιφατίδης

Συνέντευξη του μήνα – Γιάννης Καλιφατίδης
(Μεταφραστής – μουσικός)

Please scroll down to read the interview in English.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τη μετάφραση και με τη μουσική; Ποια είναι η κύρια απασχόλησή σου σήμερα;

Η ιστορία με τη μουσική κρατάει από την εφηβεία μου. Ίσως ξεκίνησε από περιέργεια, ίσως από αντίδραση, ίσως από μια ανάγκη για έκφραση. Όπως κι αν ξεκίνησε, η αλήθεια είναι ότι έζησα πάρα πολλά χρόνια προσαρμόζοντας την καθημερινότητά και τη ζωή μου ολόκληρη σε αυτό που λέγεται εναλλακτικό ροκ, αν και σήμερα θα το ονόμαζα μάλλον rock’n’roll. Για πολλά χρόνια ζούσα με μοναδικό μέλημα να ηχογραφώ δίσκους και να παίζω λάιβ – με το όποιο τίμημα σε ό,τι αφορά ανέσεις, επαγγελματική καριέρα σε αυτό που σπούδασα κτλ. Η μουσική ήταν ανέκαθεν απαραίτητη για να διατηρώ μια εσωτερική τάξη. Όταν για κάποιο διάστημα σταμάτησα να κάνω μουσική, χρειάστηκα κάτι άλλο για να ισοσταθμίσω το χάος που κατά τα άλλα με διέπει. Οπότε, βρήκα διέξοδο στη μετάφραση. Λίγο προτού αποφοιτήσω από το ΕΚΕΜΕΛ, έλαβα την πρώτη μου ανάθεση για λογοτεχνική μετάφραση και έκτοτε τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Πέρα από το πάθος και το συναίσθημα, η μετάφραση και η μουσική λειτουργούν για μένα πάνω σε μια βάση μαθηματικής λογικής, τρόπον τινά σαν αλγόριθμος. Λέξεις ή νότες που πρέπει να μπουν σε μια σειρά και να σχηματίσουν ένα αρμονικό σύνολο.

Εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, η λογοτεχνική και θεατρική μετάφραση είναι για μένα το μοναδικό μέσο βιοπορισμού. Η μουσική είναι πλέον χόμπι, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι την αντιμετωπίζω με λιγότερη σοβαρότητα.

 

Σε ένα πρόσφατο άρθρο διαβάσαμε την άποψη ότι η μετάφραση μπορεί να παρομοιαστεί με μια νέα εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού. Συμφωνείς με αυτή την παρομοίωση;

Ναι, μάλλον θα συμφωνήσω. Στην πραγματικότητα, επανεκτελείς και διασκευάζεις ένα έργο, είτε αυτό είναι κείμενο είτε μουσικό έργο. Καλείσαι να το μεταγράψεις σε μιαν άλλη γλώσσα και να το προσεγγίσεις με πάθος και σεβασμό. Πέρα από το όποιο ταλέντο και την τεχνική κατάρτιση ή ακόμα και τον υψηλό βαθμό βιβλιοφαγίας ενός μεταφραστή, θεωρώ ότι αυτά είναι δύο από τα σημαντικότερα κριτήρια για να πετύχει μια μετάφραση. Να μπεις βαθιά στο πετσί του συγγραφέα, να νιώσεις τον μουσικό ρυθμό πίσω από λέξεις και φράσεις, να συρθείς νοερά μαζί του στα καταγώγια και στα ιδρύματα, όπως στην περίπτωση του Ελβετού Friedrich Glauser που πάσχιζε μια ζωή να αποτοξινωθεί από τη μορφίνη. Όπως δηλαδή συμβαίνει και με ένα μουσικό έργο. Πολλές είναι οι διασκευές αλλά λίγες οι μπάντες που επαναπροσεγγίζουν το έργο δημιουργικά, σαν να το έχουν γράψει οι ίδιες. Αλλιώς μένεις απλώς μια cover band ή ένας cover μεταφραστής.

 

Ποια κοινά σημεία βρίσκεις μεταξύ της μουσικής και της λογοτεχνίας, και σε δεύτερο στάδιο, της λογοτεχνικής μετάφρασης;

Από τεχνικής άποψης, αμφότερα λειτουργούν με φράσεις, μουσικές ή κειμενικές. Σε ό,τι αφορά τη δημιουργία, πρόκειται για υψηλές μορφές τέχνης, δεδομένου ότι δίνουν στον δημιουργό την ευκαιρία να εξωτερικεύσει και να μοιραστεί τον ψυχικό του κόσμο. Αμφότερα γεννούν στον ακροατή ή στον αναγνώστη έντονα συναισθήματα. Θα έλεγα μάλιστα ότι ως προς αυτό η μουσική μάλλον υπερτερεί, μιας και μέσα σε 3-4 λεπτά μπορεί να σε εκτινάξει στα ουράνια ή να σε γκρεμίσει στην άβυσσο. Αντίθετα, ένα βιβλίο χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για να σε κερδίσει και να σε συγκλονίσει. Υπό αυτή την έννοια, η μουσική λειτουργεί πιο άμεσα. Ωστόσο, επειδή εν γένει διαβάζουμε πολύ λιγότερα βιβλία απ’ ό,τι ακούμε μουσική, ένα καλό βιβλίο θα μείνει μέσα σου ανεξίτηλα χαραγμένο όπως και ένα τραγούδι που αγάπησες.

 

Από τα βιβλία που έχεις μεταφράσει, ποιο θα έλεγες ότι σε “σημάδεψε” περισσότερο και γιατί; 

Ένα βιβλίο στο οποίο ανατρέχω συχνά είναι Οι δακτύλιοι του Κρόνου του Γερμανού W. G. Sebald από τις εκδόσεις Άγρα. Αν και είχα την τύχη να μεταφράσω τέσσερα βιβλία του, το συγκεκριμένο αγγίζει κατά τη γνώμη μου το ανέφικτο, όχι μόνο όσον αφορά την εκφραστική δύναμη αλλά και τα θέματα που πραγματεύεται. Πρόκειται για έργο σπάνιας ευαισθησίας και βαθιά μελαγχολικό. Η πορεία του σύγχρονου πολιτισμού που καταλήγει στον ναζισμό παρομοιάζεται με τα απορρίμματα που εναποτίθενται υπό μορφή αστρικής σκόνης στους δακτυλίους του πλανήτη Κρόνου, συρρικνώνοντας τρόπον τινά τον ίδιο. Ο πολιτισμός μας δεν είναι παρά ένα γιγάντιο δέντρο που όσο μεγαλώνει και απλώνει κλαδιά, τόσο αποδυναμώνεται ο κορμός του, όντας αδύναμος να θρέψει τα παιδιά του. Γι’ αυτό και τα καταστρέφει – για να επιβιώσει ο ίδιος. Εκτός από πλανήτης, ο Κρόνος είναι ο τιτάνας της μυθολογίας που κατασπαράζει τα παιδιά του, από φθόνο, λαιμαργία, άγνοια και φόβο.

Όταν μετέφραζα το βιβλίο, ήταν στιγμές που μου ήταν αδύνατον να προχωρήσω. Συχνά κοιτούσα τις φράσεις μη τολμώντας να τις μεταφέρω στο χαρτί, από τρόμο, θλίψη ή ακόμη και οργή. Αν μου ζητούσες να βρω ένα αντίστοιχο μουσικό είδος, θα έλεγα μάλλον πως όταν διαβάζεις Sebald είναι σαν να ακούς τους Καναδούς Godspeed! You Black Emperor, οι οποίοι μάλιστα με συνόδευαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφραστικής διαδικασίας. Υπό αυτή την έννοια, Οι δακτύλιοι του Κρόνου είναι ένα βιβλίο όπου άλλοτε εναλλάσσονται και άλλοτε συνυπάρχουν η απόλυτη σιωπή και ο εκκωφαντικός θόρυβος.